Ποιοι είμαστε και ποια είναι η εργασία μας:Η ομάδα μας αποτελείτε από 5 μέλη(Άγγελος Παπαδόπουλος,Γιώργος Πασχάκης,Γρηγόρης Σπύρου,Δημήτρης Βογιατζής και Μάνος Αλούπης.Η Ομάδα μας ονομάζεται ArtPath ,Δηλαδή το Μονοπάτι της Τέχνης αφού μέσα από την εργασία μας θα λάβετε πληροφορίες για την Ιστορική Αναδρομή της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής στην Αθήνα αλλά και για άλλα Ευρωπαϊκά Είδη Αρχιτεκτονικής.Η εργασία μας συνοδεύεται από μία ταινία μικρού μήκους,η οποία έχει δημιουργηθεί με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε ο θεατής να μάθει αλλά και να διασκεδάσει παρακολουθώντας την.Ευχαριστούμε την ευγενική συμμετοχή της Αργυρώ Χατζηανδρέου στην ταινία.


Η Ιστορική Αναδρομή της Αρχιτεκτονικής

της Μοντέρνας Αθήνας


Κεφάλαια:

1)Εισαγωγικά.


2)Η Αρχιτεκτονική της Αθήνας του 50' .

3)Η Μεταπολεμική Περίοδος.

4)Η παρακμή της Αρχιτεκτονικής ιδέας.

5)Εισβολή νέων ιδεών στην Ελληνική Αρχιτεκτονική.

6)Η Αρχιτεκτονική της Μοντέρνας Αθήνας με επιρροές από πρότυπα του παρελθόντος.


1.Εισαγωγικά.

Στις αρχές του 21ου αιώνα η αρχιτεκτονική συγκρότηση της πρωτεύουσας της χώρας μας δεν θυμίζει καθόλου την ευρωκεντρική Αθήνα του μεσοπολέμου με τις αστικές κωμοπόλεις,τους καταυλισμούς προσφύγων και τις πρώτες γειτονιές αυθαιρέτων.Αν εξαιρέσει κανείς την μακρόχρονη ιστορία της ο σημερινός χαοτικός πληθυσμός και η ποικιλία πολιτισμικών κλάδων στα τέσσερα εκατομμύρια κατοίκων στα λεκανοπέδια της αττικής είναι ουσιαστικά μία "μετάπολη",η οποία δεν φέρει καθόλου στις ιστορικές και νέες πόλεις της Ευρώπης,σχεδιασμένες τον 20ο αιώνα.
Οι διαφορές αυτές, που χρωματίζουν και την αθηναϊκή αρχιτεκτονική, δεν οφείλονται μόνο σε κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες. Συνδέονται επίσης με γεωγραφικά και πολιτισμικά δεδομένα, με βαθειά ριζωμένες νοοτροπίες και συνήθειες.
Οι πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής πρωτεύουσας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα έχουν δύο όψεις: μια αρνητική και μια θετική. Για την πρώτη χύθηκε και εξακολουθεί να χύνεται πολύ μελάνι. Όλοι μας ειδικοί και κάτοικοι της ελληνικής πρωτεύουσας, δυσφορούμε για τις συνέπειες που είχε η ασχεδίαστη μεταμόρφωση της Αθήνας. δηλαδή για τη ρύπανση, το συγκοινωνιακό πρόβλημα, την αισθητική και λειτουργική υποβάθμιση κ.ά. Είναι ωστόσο γεγονός ότι με την επινόηση της αντιπαροχής, την παράδοση της αυθαίρετης δόμησης και τις "εκ των υστέρων" ρυθμίσεις της πολιτείας, η μεταπολεμική Αθήνα ξανακτίστηκε σχεδόν χωρίς κεφάλαια, επεκτάθηκε σε ελάχιστο χρόνο και ήδη άρχισε να αναπλάθεται, έχοντας γλυτώσει κάποιους κλυδωνισμούς ή άγονους πειραματισμούς των νέων πόλεων της Δύσης και του τρίτου κόσμου.
Τέλος, αντίθετα από ότι γίνεται αλλού, η αρχιτεκτονική ποιότητας ούτε ενθαρρύνεται ούτε αναγνωρίζεται από την πολιτεία. Έτσι, ο ρόλος των πολεοδόμων και αρχιτεκτόνων στη διαμόρφωση της σύγχρονης Aθήνας και τον σχεδιασμό των σημαντικών της κτιρίων υπήρξε περιθωριακός. H περιθωριοποίηση αυτή ήταν ένας από τους λόγους της άναρχης δόμησης και της αισθητικής υποβάθμισης του αστικού της τοπίου. Aπό την Aθήνα ωστόσο δεν έλλειψαν ποτέ οι ικανοί πολεοδόμοι και οι προικισμένοι αρχιτέκτονες αλλά οι προϋποθέσεις για τη δημιουργική τους δράση, προϋποθέσεις που υπάρχουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Στη σημερινή παρουσίαση θα προσπαθήσω: (α) να σκιαγραφήσω την πολεοδομική εξέλιξη της ελληνικής πρωτεύουσας από το 1950 έως το 2004. (β) να σχολιάσω χαρακτηριστικές όψεις της αρχιτεκτονικής των διαφόρων φάσεων αυτής της εξέλιξης. και (γ) να σταθώ σε αρχιτεκτονήματα μεγάλης επιρροής ή ξεχωριστής σημασίας από ιστορική, πολιτισμική και αισθητική άποψη.
Χρειάζεται όμως να τονιστεί με έμφαση ότι η Aθήνα δεν έχει το μονοπώλιο της ποιοτικής αρχιτεκτονικής μας των ετών 1950-2004. Aναφέρω μερικά χτυπητά παραδείγματα. Τα περισσότερα μοντέρνα ξενοδοχεία Ξενία της δεκαετίας του ’60 ανοικοδομήθηκαν στην ελληνική επαρχία. Από τα 47 κατασκευασμένα έργα του Άρη Kωνσταντινίδη μόνο τα 5 βρίσκονται στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας. Tο Εργαστήρι ’66 του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνακάκη πραγματοποίησε ένα μεγάλο μέρος του έργου του εκτός Aττικής. O Kωνσταντίνος Δοξιάδης και ο Γιώργος Kανδύλης με τους συνεργάτες τους εργάστηκαν και αναγνωρίστηκαν κυρίως στο εξωτερικό. Σε ολόκληρη την Eλλάδα και το εξωτερικό πραγματοποιείται επίσης το έργο του Γραφείου του Αλέξανδρου Tομπάζη.
2. Η "αττική" οικιστική παράδοση και η χρόνια αδυναμία για μια σχεδιασμένη πολεοδομική ανάπτυξη της νέας Αθήνας.
Ο πρώτος που θα παραλληλίσει το ελεύθερο πολεοδομικό σύστημα της αρχαιότητας -το ονομαζόμενο αττικό- με την αυθαίρετη στέγαση στην Αθήνα του '50 ήταν ο διαπρεπής αρχιτέκτονας-αρχαιολόγος Γιάννης Τραυλός. «Η συνεχιζομένη προς όλας σχεδόν τας κατευθύνσεις ανάπτυξις της πόλεως», γράφει ο Τραυλός στα 1960, «προηγήθη πολλάκις της επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου. Κατά μήκος ή πλησίον των αρχαίων οδών, αι οποίαι ωδήγουν έξω της πόλεως, οι σημερινοί κάτοικοι, όπως και οι αρχαίοι, εξηκολούθουν να κτίζουν αυθαιρέτως και εκτός σχεδίου τας οικίας των, αττικώς, ώς είδομεν ότι εχαρακτηρίζετο κατά την αρχαιότητα το ελεύθερον τούτο πολεοδομικόν σύστημα». Το γεγονός ότι η ασχεδίαστη ανάπτυξη των ελληνικών οικισμών συνεχίστηκε και κατά τους μεσαίους χρόνους, μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για μια αττική παράδοση δυναμικής ή "οργανικής" οικιστικής ανάπτυξης, η οποία αποδείχτηκε ισχυρότερη από την "εκ των άνω" προσπάθεια εκσυγχρονισμού της, δηλαδή από τα δυτικού τύπου ρυθμιστικά σχέδια των πολεοδόμων και τους ανεδαφικούς οικιστικούς νόμους της πολιτείας.
Η μορφή της μεταπολεμικής Αθήνας δεν καθορίστηκε από τις γνώμες των ειδικών και τη θέληση του νομοθέτη. Πολύ σημαντικότερος υπήρξε ο ρόλος άλλων παραγόντων: της μικροϊδιοκτησίας, των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων της πολιτείας, της μικρής κλίμακας των οικοδομικών επιχειρήσεων, αλλά και της ζωτικότητας του πληθυσμού, της κοινωνικής του κινητικότητας, των νοοτροπιών και συνηθειών του. Η μεταπολεμική Αθήνα άρχισε να ξανακτίζεται πάνω στον παλιό της ιστό και να επεκτείνεται ασχεδίαστα, στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης καπιταλιστικής εξέλιξης, με κινητήριες δυνάμεις την εμπορευματοποίηση της κατοικίας, το οικοπεδεμπόριο, αλλά και την παράδοση της αυθαίρετης δόμησης. Αντίθετα, το έγκαιρο, τεχνοκρατικό προσκλητήριο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, για μια ορθολογιστική οικιστική ανάπτυξη, όχι μόνο δεν εισακούστηκε από την πολιτική ηγεσία, αλλά τον έφερε σε ρήξη μαζί της.
3. 1949-1957. Στα δύσκολα χρόνια της Ανασυγκρότησης
Για την Αθήνα η περίοδος της οικονομικής ανάρρωσης ξεκινά με σημαντική καθυστέρηση και πραγματοποιείται σ' ένα κλίμα, που το σκιάζουν τα σκληρά βιώματα της γερμανικής κατοχής (1941-44) και η τραγωδία του εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Η απόκλιση της πολεοδομικής και αρχιτεκτονικής της πορείας από εκείνες των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων εντείνεται κατά την περίοδο 1950-80. Το κύριο βάρος της ανοικοδόμησης της Αθήνας αφέθηκε αφενός στην ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία η οποία απευθυνόταν κυρίως στα μεσαία στρώματα και αφετέρου στην αυθαίρετη στέγαση. Από τότε η ανοικοδόμηση κατοικιών με το σύστημα της αντιπαροχής παίζει το ρόλο κινητήριας δύναμης της οικονομίας, ενώ η κρατική και δημοτική πρωτοβουλία αυτοπεριορίζονται σε μικρής κλίμακας έργα ή σε διορθωτικές παρεμβάσεις.
Το μικρό σε όγκο έργο των αρχιτεκτόνων της δωδεκαετίας 1945-1957, η οποία έχει ένα μεταβατικό χαρακτήρα, εμφανίζει πέντε τάσεις: μια δογματικά ή αναχρονιστικά μοντέρνα, μια συντηρητική, μια "νεορομαντική", μια λαϊκότροπη, και μια νεωτεριστική.
Στα χρόνια αυτά έχομε τα πρώτα δείγματα γραφής του Νίκου Βαλσαμάκη (γ. 1924) και του Τάκη Ζενέτου (1927-1977), δύο πρωτοπόρων μοντερνιστών μεγάλου διαμετρήματος, οι οποίοι αρχίζουν να δημιουργούν στην πρωτεύουσα ιδιωτικά έργα-σταθμούς για την αρχιτεκτονική της ιστορία.

external image fessa.2009.12.7.jpg


Οι πρώτες αυθεντικά μοντέρνες πολυκατοικίες της μεταπολεμικής Αθήνας, σχεδιασμένες από τον πρωτοπόρο αρχιτέκτονα Νίκο Βαλσαμάκη (γ. 1924):η πολυκατοικία Λούρου στην οδό Σεμιτέλου 5 (1951-1953, αριστερά) και η προαστιακή πολυκατοικία στο Χαλάνδρι, λεωφ. Κηφισίας 272 (δεξιά).


external image fessa.2009.12.8.jpg


Το ριζοσπαστικά μοντέρνο εργοστάσιο Φιξ της λεωφ. Συγγρού, μετά την ανάπλαση του 1957 από τον δεξιοτέχνη αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτο (1926-1977) και τον συνεργάτη του Μαργαρίτη Αποστολίδη (1922-2006).

4. 1958-1966. Η βραχύβια αρχιτεκτονική "άνοιξη".
Ο χαρακτηρισμός της οκταετίας 1958-1966 ως αρχιτεκτονικής "άνοιξης" είναι βέβαιο πως θα ξενίσει πολλούς. Γιατί δεν είναι λίγα τα ατοπήματα της εποχής αυτής "των εργολάβων", η οποία ολοκλήρωσε τη μεταμόρφωση της πρωτεύουσας προς το χειρότερο με την ασχεδίαστη εξάπλωση της αστικής πολυκατοικίας. Στη διάρκεια της οκταετίας εξαφανίζεται σχεδόν το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και χάνονται πολλές ευκαιρίες για την αναβάθμιση της δημόσιας αρχιτεκτονικής μας. Αυτό οφείλεται κυρίως στην ιλιγγιώδη αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας κατά 220% από το 1950 έως το 1980 αφενός και στον περιορισμένο ρυθμιστικό ρόλο του κράτους αφ’ ετέρου. Για τα κύματα των κατοίκων της επαρχίας που κατέκλυσαν το κλεινόν άστυ και ανήκαν στα μεσαία και μικρομεσαία στρώματα, η απόκτηση ενός διαμερίσματος σε πολυκατοικία αποτελούσε κοινωνική καταξίωση. Παρά το γεγονός ότι μόνο το 2% των αθηναϊκών πολυκατοικιών ήταν σχεδιασμένες από αρχιτέκτονες «το διαμέρισμα με επιπλώσεις παντός τύπου και ρυθμού σε συνδυασμό με τον καλό γάμο έγινε το όνειρο κάθε ανύπαντρης κοπέλας», όπως εύστοχα διατυπώνεται σε διαφήμιση της εποχής. Η απουσία εγκεκριμμένου ρυθμιστικού σχεδίου ενίσχυσε τους ρυθμούς αύξησης των αυθαιρέτων κατοικιών στις παρυφές της πόλης από τους εσωτερικούς μετανάστες χαμηλών εισοδημάτων που δεν είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν διαμερίσματα.
Και όμως, τότε ήταν που η αρχιτεκτονική των αρχιτεκτόνων μας παρουσίασε μια πρωτόγνωρη ζωντάνια, πολυφωνία και ετοιμότητα να συμβαδίσει με τα διεθνή ρεύματα. Θυμίζω ότι κατά τη δεκαετία του '60, η σύγχρονη Ελλάδα εμφανίζεται δυναμικά στον παγκόσμιο ορίζοντα με δύο διεθνώς κορυφαίους αρχιτέκτονες-πολεοδόμους, που είναι ουσιαστικά απόντες από την ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας. Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη και τον Γιώργο Κανδύλη.
Το ρεύμα του εκσυγχρονισμού αυτών των χρόνων θα συμπαρασύρει και το αρχιτεκτονικό κατεστημένο, τα μέλη του οποίου διανύουν την πέμπτη ή έκτη δεκαετία της ζωής τους. Αρχιτέκτονες όπως ο Κιτσίκης, ο Βουρέκας, και ο Σακελλάριος ανανεώνονται με τη βοήθεια των νεότερων συνεργατών τους, δημιουργώντας βασικά αρχέτυπα της εγχώριας αρχιτεκτονικής "γοήτρου". Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η Πρεσβεία των ΗΠΑ και το ξενοδοχείο Χίλτον τα οποία αποτελούν σύνθεση του κοσμοπολιτικού μοντερνισμού της εποχής με την αισθητική παράδοση του κλασικισμού.



external image fessa.2009.12.10.jpg


Η Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, 1959-1961. Ένα αξιόλογο αρχιτεκτόνημα σχεδιασμένο στο πνεύμα του διεθνούς φορμαλισμού ή νεο-ιστορισμού, που ήταν τότε η κυρίαρχη τάση στον σχεδιασμό των κτιρίων γοήτρου. Αρχιτέκτονες Walter Gropius - TAC. Συνεργάτης αρχιτέκτων Π. Σακελλάριος.



external image fessa.2009.12.11.jpg


Το ξενοδοχείο Χίλτον της Αθήνας, 1958-1963. Ένα αξιόλογο αρχιτεκτόνημα σχεδιασμένο στο πνεύμα του διεθνούς φορμαλισμού ή νεοιστορισμού. Αρχιτέκτονες: Μ. Βουρέκας, Π. Βασιλειάδης, Σπ. Στάϊκος. Συνεργαζόμενος αρχιτέκτων: Α. Γεωργιάδης. Σύμβουλοι-αρχιτέκτονες εσωτερικών χώρων: Warner, Burns, Joane, Winde

external image fessa.2009.12.12.jpg


Το κτίριο επιβατών του Ανατολικού Αερολιμένα στο Ελληνικό (1959-1963) ανήκει στα κορυφαία αρχιτεκτονήματα της εποχής. Σχεδιασμένο από τον διάσημο αμερικανο-φινλανδό αρχιτέκτονα Eero Saarinen υπερέβη τον πρακτικό του σκοπό, λειτουργώντας και συμβολικά ως η πύλη της σύγχρονης Αθήνας και Ελλάδας.
Άλλοι καθιερωμένοι και νέοι αρχιτέκτονες εφαρμόζουν το κυρίαρχο Διεθνές Στυλ ή τον κώδικα του Le Corbusier ή προσπαθούν να εκφράσουν το πνεύμα του μεσοπολεμικού μοντέρνου κινήματος με ποικίλα αποτελεσματα.



external image fessa.2009.12.13.jpg


Εσωτερικοί χώροι της Εθνικής Τράπεζας και το πρώτο κτίριο γραφείων με υαλοπέτασμα στην πλατεία Συντάγματος, αυθεντικές εκφράσεις του Διεθνούς Στυλ της εποχής, 1960-1962. Αρχιτέκτονες: Κ. Δεκαβάλλας, Α. Τζάκου, Δ. Παπαζήσης.
external image fessa.2009.12.14.jpg

Το ημιτελές Ωδείο Αθηνών στη γωνία των οδών Βασ. Κωνσταντίνου και Ρηγίλλης (1969-1976), ήταν το μόνο κτίριο της πολύπαθης μελέτης του Πνευματικού Κέντρου της Αθήνας (1959-1969) που υλοποιήθηκε, ύστερα από δεκαπενταετή αγώνα του αρχιτέκτονα-καθηγητή Γιάννη Δεσποτόπουλου (1903-1992). Ο Δεσποτόπουλος υπήρξε ένας από τους βασικούς υποστηρικτές και εκφραστές του ριζοσπαστικού πνεύματος του Bauhaus στην Ελλάδα.


Ηγετικές όμως μορφές της αρχιτεκτονικής «άνοιξης» του ’60 είναι ο Νίκος Βαλσαμάκης και ο Τάκης Ζενέτος.
Με τη συνέπειά του στο ιδεώδες του εκσυγχρονισμού, τα σπάνια χαρίσματα και τη μοναχική του πορεία, ο Βαλσαμάκης θα συμβάλει αποφασιστικά στον εξελληνισμό των διεθνών ρευμάτων. Το έργο του θα επιβληθεί και κοινωνικά επειδή υπήρξε προϊόν συμφιλίωσης του νέου με το παλιό, δηλαδή της εξωγενούς νεωτερικότητας με νεοελληνικές παραδόσεις. την αστική αρχικά και τη λαϊκή αργότερα. Τα αστικά του κτίρια αυτών των χρόνων, παρά τη μοντέρνα τους μορφή, δεν αντιδικούν με τη νεοκλασική παράδοση της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής και τις μετεξελίξεις της. Τα σημαντικότερα όμως μοντέρνα έργα του Βαλσαμάκη στην Αττική είναι μονοκατοικίες. Η εξοχική κατοικία Λαναρά στην Ανάβυσσο (1961) και το σπίτι του αρχιτέκτονα στη Φιλοθέη (1961), ανήκουν στις κορυφαίες υφολογικές επιδόσεις της ελληνικής αρχιτεκτονικής του '60, τις απολύτως συγκρίσιμες με αρχιτεκτονήματα διεθνώς αναγνωρισμένων δημιουργών, όπως είναι λ.χ. ο δανός αρχιτέκτων Arne Jacobsen.



external image fessa.2009.12.16.jpg


Η μονοκατοικία του αρχιτέκτονα Ν. Βαλσαμάκη στη Φιλοθέη (1961), που επελέγη από άλλες 100 μονοκατοικίες διακεκριμένων αρχιτεκτόνων του κόσμου για την εικονογράφηση του έξωφύλλου πρόσφατης έκδοσης της Taschen.
Σε διαφορετικό δρόμο κινήθηκε ο δεξιοτέχνης-οραματιστής Τάκης Ζενέτος. Αρνούμενος να δεχτεί τη μίζερη πραγματικότητα της μεταπολεμικής Αθήνας, αγωνίστηκε με πάθος για την υλοποίηση πρωτοποριακών στόχων, όπως ήταν η χρήση της προκατασκευής, η ευελιξία, ο ηλιασμός και η ηλιοπροστασία, η εξοικονόμηση ενέργειας και υλικών, η χρήση προηγμένης τεχνολογίας, και το σπάσιμο του μοντέρνου κτιριακού κύβου. Με το γερό ταλέντο και τη γόνιμη φαντασία του ο Ζενέτος δημιούργησε ορόσημα ποιοτικής αρχιτεκτονικής στη μεταπολεμική Αθήνα. Ορισμένα μάλιστα έργα του έχουν θεωρηθεί συμβολές στο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας του '60.

external image fessa.2009.12.17.jpg

Πάνω:Εξοχικές κατοικίες στο Καβούρι (1959) και τη Γλυφάδα (1961). Δύο τολμηρά αρχιτεκτονήματα του δεξιοτέχνη οραματιστή Τάκη Ζενέτου (1926-1977)). Κάτω:Το προκατασκευασμένο υπαίθριο θέατρο του Λυκαβηττού (1964-1966). Ενα καινοτόμο αρχιτεκτόνημα του Τάκη Ζενέτου.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 πολλοί νέοι αρχιτέκτονες, αλλά και μοντερνιστές του Μεσοπολέμου, με την ομαδική δουλειά, τον θεσμό των πανελλήνιων διαγωνισμών, τη μαχητική αισιοδοξία και τη συσπείρωση γύρω από τον Σύλλογό τους, άρχισαν να επηρεάζουν την αρχιτεκτονική των δημόσιων κτιρίων της Αθήνας και, κυρίως, της επαρχίας. Οι παλιές και νέες αυτές αρχιτεκτονικές δυνάμεις ενστερνίζονται το αντιϊστορικό πνεύμα της γενιάς του '30 και δείχνουν μια σταθερή προτίμηση σε αντισυμβατικά πρότυπα ή τάσεις του καιρού τους, όπως είναι η διεθνής "νεοβάρβαρη" αρχιτεκτονική του εμφανούς σκυροδέματος (New Brutalism), που εγκαινίασε ο Le Corbusier και συνέχισαν οι επίγονοί του. Η δράση τους διέπεται από τον κοινωνικό ιδεαλισμό και το θετικιστικό πνεύμα της τότε πρωτοποριακής "Ομάδας των 10" (Team X), στην οποία ανήκε και ο Κανδύλης, κ.ά. Πρόκειται για επιλογές που αντιδικούν λίγο-πολύ με την αστική αρχιτεκτονική παράδοση της Αθήνας. Σε αυτό οφείλεται λ.χ. η ισχυρή αντίδραση που προκάλεσε η προσπάθεια της νέας αρχιτεκτονικής γενιάς να επιβάλει το ανοίκειο γλωσσάρι του Le Corbusier και των επιγόνων του στην αρχιτεκτονική "γοήτρου" της ελληνικής πρωτεύουσας.

external image fessa.2009.12.15.jpg


Πάνω:Ένα από τα εντυπωσιακότερα έργα αυτής της τάσης ήταν ο επιβατικός σταθμός του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (1961/62-1969, σήμερα Εκθεσιακό Κέντρο), ο οποίος σχεδιάστηκε από τους, βραβευμένους σε διαγωνισμό αρχιτέκτονες Γιάννη Λιάπη και Ηλία Σκρουμπέλο.

Κάτω: Η μοντέρνα Λαχαναγορά Αθηνών στου Ρέντη, 1962-63, έργο της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Μελετών της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων (Αρχιτέκτων-πολεοδόμος Προκόπιος Βασιλειάδης. Συνεργαζόμενοι αρχιτέκτονες Γιώργος Μπόγδανος κ.ά. ). Μια από τις ελάχιστες αστικές συνθέσεις δημόσιου χαρακτήρα στην Αττική, οι οποίες συγχρονίζονται με τα νέα ρεύματα.

"Εξοστρακισμένος" από το κέντρο της Αθήνας με τις ισχυρές νεοκλασικές μνήμες, ο ριζοσπάστης αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης αφήνει στην περιφέρειά της τη σφραγίδα της αρχιτεκτονικής του κοσμοθεωρίας. Πρόκειται για δύο έργα-αναφοράς της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής με διεθνή αναγνώριση: τη μονοκατοικία του τεχνοκριτικού Αλέξανδρου Ξύδη στη γωνία των οδών Αρχιμήδους & Κλειτομάχου (1961) και το θαυμαστό σπίτι διακοπών στο 48ο χλμ. της οδού Αθηνών-Σουνίου (1961-62). Αν και ριζοσπαστικά μοντέρνα για την εποχή τους, τα δύο αυτά σπίτια άντεξαν στη φθορά του χρόνου για τρεις βασικά λόγους. Εκφράζουν βιώσιμες αρχές του κεντρoευρωπαϊκού Μοντέρνου Κινήματος σε συνδυασμό με αξίες της μακραίωνης ελληνικής παράδοσης και στέκουν μέσα στο αττικό τοπίο «σαν να βρίσκονταν ανέκαθεν εκεί».

external image fessa.2009.12.18.jpg

5.1967-1974. Οικοδομικός γιγαντισμός και αρχιτεκτονική κρίση
Το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου 1967-1974 δεν είναι μόνο το ότι επιταχύνονται τα αρνητικά φαινόμενα της προηγούμενης φάσης, δηλαδή η άναρχη και ισοπεδωτική ανάπτυξη της πρωτεύουσας, η ευτέλεια του αρχιτεκτονικού της εκμοντερνισμού, η κακοποίηση της ιστορίας της αλλά και του αττικού τοπίου. Είναι και η οριστική απώλεια του αστικού χαρακτήρα και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Αθήνας. Τα 13 αυτά χρόνια η ελληνική αρχιτεκτονική δοκιμάζεται από μια κρίση σύνθετη, που την προκαλούν η διεθνής αμφισβήτηση του δογματικού μοντερνισμού και οι τοπικές ιδιαιτερότητες.
Στα χρόνια αυτά, που χαρακτηρίστηκαν ως "άγρια καπιταλιστική μεγέθυνση" της ελληνικής οικονομίας, η ποιοτική υστέρηση της δημόσιας αρχιτεκτονικής σε σχέση με την ιδιωτική αυξάνεται ραγδαία. Αυτό συμβαίνει παρά τις ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις που έφεραν την άνοδο της στάθμης των μελετών για τα δημόσια κτίρια.
Στη δημόσια αρχιτεκτονική της πρωτεύουσας δεν σημειώνονται ουσιώδεις αλλαγές. Η προσπάθεια του δικτατορικού καθεστώτος να σφραγίσει την Αθήνα με μνημειώδη κτίρια αποβαίνει άκαρπη. Παρά τους πολυάριθμους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και τις άφθονες αναθέσεις μελετών, ο απολογισμός σε κτίρια "γοήτρου", που να εκφράζουν τα τεχνοκρατικά και μικροαστικά ιδεώδη του δικτατορικού καθεστώτος, είναι πενιχρός. Οι περισσότερες βραβευμένες λύσεις αρχιτεκτονικών διαγωνισμών έμειναν στα χαρτιά.
Η οικονομική άνοδος ώς την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και η δημιουργία του θεσμικού πλαισίου για μια έντονα κερδοσκοπική ανοικοδόμηση, με τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολεοδομικές τους συνέπειες, εκφράστηκαν κυρίως στην εμπορική αρχιτεκτονική, τις τουριστικές εγκαταστάσεις και τις πολυτελείς μονοκατοικίες.
Ο αμφιλεγόμενος "αθηναϊκός ουρανοξύστης" αποτελεί τη θεαματικότερη εξέλιξη αυτών των χρόνων. Πρόκειται για τους πύργους γραφείων, διαμερισμάτων και ξενοδοχείων, που με τη μοναχική τους υπεροψία λειτουργούν ως σημεία αναφοράς στον πολεοδομικό ιστό. Εδώ ανήκουν οι γυάλινοι "ουρανοξύστες" γραφείων-καταστημάτων του αρχιτέκτονα Γιάννη Βικέλα και των συνεργατών του, οι οποίοι αποτελούν μορφοκρατικές αλλά καλαίσθητες μιμήσεις αμερικανικών και ευρωπαϊκών προτύπων. Πρόκειται για τον "Πύργο των Αθηνών" (1968-73, αρχιτέκτονες Ι. Βικέλας και Ι. Κυμπρίτης), τον οποίο θ' ακολουθήσουν και άλλοι, όπως π.χ. ο πύργος "Αtrina" στο Μαρούσι (μ. 1975-76, αρχιτέκτων Ι. Βικέλας). Ο γυάλινος ουρανοξύστης όμως υπήρξε ένα βραχύβιο πείραμα της εμπορικής αρχιτεκτονικής στην πρωτεύουσα. Αντίθετα, η χρήση του γυαλιού στον σχεδιασμό κτιρίων γραφείων, η οποία έχει αρχίσει δέκα χρόνια πριν, συνεχίζεται μέχρι σήμερα είτε με την αμιγή μορφή του υαλοπετάσματος είτε σε πιο στιβαρές κατασκευές οπλισμένου σκυροδέματος -εμφανούς ή επενδεδυμένου.

external image fessa.2009.12.19.jpg

Οι πύργοι κατοικιών, παρά την εξελιγμένη δομική και ηλεκτρομηχανολογική τους τεχνολογία, δεν ήταν συνήθως παρά απλές μεγεθύνσεις της αθηναϊκής πολυκατοικίας του '60. Στις εξαιρέσεις ανήκει το συγκρότημα Δίφρος στην Αγία Βαρβάρα από εμφανές μπετόν (μ. 1971, αρχιτέκτων Α. Τομπάζης. συνεργάτης αρχιτέκτων Δ. Διαμαντόπουλος). Το συγκρότημα αυτό, καρπός μιας έντονα πλαστικής διάθεσης και μιας δημιουργικής αφομοίωσης ιαπωνικών επιδράσεων, προκύπτει από την αντισυμβατική κάτοψη και ενσωματώνει πρωτοπόρες τεχνολογικές λύσεις για την ελληνική οικοδομική πρακτική. Όμως ο "αθηναϊκός ουρανοξύστης" και το σύστημα της προκατασκευής, που δοκιμάστηκε πειραματικά από μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες σε συγκροτήματα προαστιακών κατοικιών, δεν είχε μέλλον στην ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας, γιατί ξεπερνούσε τις δυνατότητες της εγχώριας αγοράς.
Άλλες χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του τεχνοκρατικού και λαϊκιστικού κλίματος της επταετίας 1967-74 ήταν: (α) ο γιγαντισμός των τουριστικών συγκροτημάτων και ξενοδοχείων που θα κατακλύσουν τον ελληνικό χώρο, αφανίζοντας τοπία μοναδικής ομορφιάς. β) τα τεράστια εκπαιδευτικά συγκροτήματα όλων των βαθμίδων στα λεκανοπέδια της Αττικής, με την απάνθρωπη μονοτονία και τη σκληρή, μπετονένια μορφή τους.. (γ) η δυνατότητα νομιμοποίησης των αυθαιρέτων, η οποία παρέχεται από τον Αναγκαστικό Νόμο 410/1968 και αποτελεί ένα λαϊκιστικό άνοιγμα της δικτατορίας προς τους κατοίκους της περιφέρειας της Αθήνας αλλά και τους οικιστές παραθεριστικών περιοχών της Αττικής . και (δ) οι επαύλεις της ανανεωμένης ηγετικής τάξης του '70 με την καινοφανή όψη, την αστραφτερή πολυτέλεια, τις εκκεντρικότητες ή την "αρχοντολαϊκή" τους γραφικότητα, οι οποίες ήταν έργα του παλιού και νέου αρχιτεκτονικού κατεστημένου.

external image fessa.2009.12.20.jpg


Σας δείχνουμε ένα μεγάλο συγκρότημα της Πανεπιστημιούπολης Ζωγράφου, το οποίο σχεδιάστηκε το 1970-1976 από τους αρχιτέκτονες – επιμελητές του Πολυτεχνείου Λ. Καλυβίτη και Γ. Λεονάρδο, ύστερα από βράβευσή τους σε πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Πρόκειται για τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αρχιτεκτονική ποιότητας θα συνεχίσει να παράγεται στο περιθώριο των κυρίαρχων αυτών τάσεων τόσο από τους παλαιότερους όσο και από τους νέους δημιουργούς.
Δημιουργικό και μεγάλης επιρροής υπήρξε το αποτέλεσμα της αντίδρασης δύο νέων αρχιτεκτόνων στον βαλτωμένο τύπο της αστικής πολυκατοικίας του κέντρου της Αθήνας. Πρόκειται για τον Δημήτρη και τη Σουζάνα Αντωνακάκη, οι οποίοι, με την καινοτόμο πολυκατοικία τους στην οδό Εμμ. Μπενάκη 118, αξιοποιούν ευφάνταστα τη δυσμενή νομοθεσία και εξαντλούν σχεδόν τα περιθώρια εξέλιξης του κτιριακού αυτού είδους από πλευράς τυπολογίας, μορφής και εναλλακτικών τρόπων παραγωγής. Υιοθετώντας τους προβληματισμούς των φίλων τους-μελών του διεθνούς Τeam Χ, οι οποίοι αντιμετώπισαν την αρχιτεκτονική ως σύνθετο φαινόμενο –πολεοδομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, τεχνικό, οικονομικό–, αλλά και τις υποθήκες του Δημήτρη Πικιώνη σε συνδυασμό με βιωμένες μνήμες τους από την ελληνική λαϊκή παράδοση, οι δύο αρχιτέκτονες εισάγουν μια διαφορετική άποψη για την πολυκατοικία. Βασικά γνωρίσματα αυτής της άποψης είναι η ελεύθερη οργάνωση του εσωτερικού χώρου με τη βοήθεια μιας πολύπλοκης πορείας/κίνησης, οι πολυσήμαντες σχέσεις ιδιωτικότητας και κοινωνικών/οικογενειακών λειτουργιών, κλειστού και υπαίθριου χώρου, κτίσματος και πόλης, η γραφικότητα των υλικών και λεπτομερειών στα πολυεπίπεδα διαμερίσματα και τα έντονά τους χρώματα.

external image fessa.2009.12.21.jpg

6.Οι δεκαετίες του 1980 και 1990.

Αστικές αναπλάσεις, εξιδανίκευση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, περιθωριοποίηση των αρχιτεκτόνων και αποδομητικές τάσεις.
Η δημογραφική σταθερότητα των δεκαετιών του 1980 και ’90 και οι ευνοϊκότερες συγκυρίες θα διαφοροποιήσουν αρκετά την κατάσταση. Μια θετική εξέλιξη, η οποία συμβαδίζει με τις διεθνείς τάσεις, είναι η αναβάθμιση του ιστορικού κέντρου, οι αστικές αναπλάσεις, η αποκατάσταση και αξιοποίηση ιστορικών κτιρίων. Αντίθετα, η μαζική φυγή των νεφόπληκτων Αθηναίων από τις υποβαθμισμένες συνοικίες του κέντρου προς την περιφέρεια και τις ακτές θα επιδεινώσουν την άναρχη αστικοποίηση και την περιβαλλοντική υποβάθμιση των λεκανοπεδίων της Αττικής.
Επί πλέον, οι μόδες του μεταμοντερνισμού και της αποδόμησης οδήγησαν την ελληνική αρχιτεκτονική σε ανυποληψία καθώς επιδείνωσαν τις χρόνιες αδυναμίες της: σύγχυση, βιασύνη, αυθαιρεσία, μεροληψία, γκρίνια, ομφαλοσκοπία κ.ά.
external image fessa.2009.12.1.jpg

Βλέπετε το χαοτικό τοπίο της Αθήνας του 1980 με την έλλειψη πρασίνου, τη γκριζόλευκη ανωνυμία των πολυκατοικιών και την αμήχανη μορφή των ελάχιστων υψηλών της κτιρίων. Είναι η σκληρή, πυκνοκατοικημένη αλλά ζωντανή πόλη με τις μεικτές χρήσεις που θα γοητεύσει αρκετούς διανοούμενους, καλλιτέχνες αλλά και επικέπτες προερχόμενους από πιό όμορφες και οργανωμένες πόλεις. Ο πρόωρα χαμένος αρχιτέκτων Άλκης Χριστοφέλλης χαρακτήρισε τον ριζικό αυτό μετασχηματισμό της ελληνικής πρωτεύουσας με βάση την πολυκατοικία ως «το μικροαστικό έπος» της ελληνικής πολεοδομίας-αρχιτεκτονικής. Ο γερμανός αρχιτέκτων-καθηγητής Richard Woditch θα εντυπωσιαστεί από την τυπολογική πρωτοτυπία της αθηναϊκής πολυκατοικίας ως μέσον επίλυσης προβλημάτων κατοίκησης αλλά και αποφυγής του διαχωρισμού της κατοικίας από τις άλλες χρήσεις, όπως γίνεται σε πολλές ευρωπαϊκές ή αμερικανικές πόλεις (Ελευθεροτυπία, 4.10.2009).
Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς συνοπτικά για την περιπετειώδη διαδρομή της Αθήνας από το όραμα της αλλαγής του '80 στην εφιαλτική αβεβαιότητα του μεταψυχροπολεμικού κόσμου και της παγκοσμιοποίησης. Θυμίζω μόνο κάποιους εξωγενείς παράγοντες που επηρέασαν αυτή τη διαδρομή. H έμφαση στην οπτική και εφήμερη πλευρά της αρχιτεκτονικής, η οποία γίνεται λίγο-πολύ σε βάρος των άλλων διαστάσεών της, δηλαδή της λειτουργικής, της κοινωνικής και της πολιτισμικής, αποτελεί την κυρίαρχη ροπή του τελευταίου τέταρτου του 20ού αιώνα. Τα ταχύτατα εναλλασσόμενα ρεύματα στη διεθνή και την αθηναϊκή αρχιτεκτονική της τελευταίας εικοσιπενταετίας -ο μεταμοντερνισμός, ο υστερομοντερνισμός, η αποδόμηση και το νεομοντέρνο- είναι συνέπεια των κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών του ύστερου καπιταλισμού. Ανταποκρίνονται δηλαδή στις ανάγκες των υπερκαταναλωτικών, ατομοκεντρικών, ηδονιστικών και "νεοσυντηρητικών" κοινωνιών αυτής της εποχής. Πρόκειται για "ανάγκες" που διαμορφώνουν τα ελεγχόμενα μέσα μαζικής επικοινωνίας με τη δύναμη της πληροφόρησης ή παραπληροφόρησης και τη σαγήνη της διαφήμισης. ΄Ετσι, στις μεταμοντέρνες κοινωνίες ευδοκιμούν το εφήμερο, το επιφανειακό, το ευχάριστο, το "διονυσιακό", η άρνηση σταθερών προτύπων και σταθερών αξιών, η λογική του γρήγορου κέρδους και της ήσσονος προσπάθειας, και η υποκατάσταση της δημιουργίας από τον συνδυασμό ετοιμοπαράδοτων πραγμάτων ή ιδεών.
Στα πολεοδομικά πράγματα της πρωτεύουσας για πρώτη φορά οι εξελίξεις δεν είναι ολοσδιόλου αρνητικές. Δεσπόζουσα τάση της 25ετίας υπήρξε βέβαια ο αφανισμός του αττικού τοπίου με την ασυνάρτητη και κακόμορφη ανοικοδόμηση προαστίων, ακτών, αγρών και δασών. Αυτή οδήγησε την "γκριζόλευκη ανωνυμία" της Αθήνας του '50 και '60 στη σημερινή, παρδαλλή πανσπερμία μορφών της ευρύτερης περιοχής της. Η κατάρρευση της κομμουνιστικής κυριαρχίας στη Ν.Α. Ευρώπη, θα επιβαρύνει την πρωτεύουσα με άλλα δύο σοβαρότατα προβλήματα: την εγκατάσταση των εισερχόμενων αλλοδαπών και ομογενών προσφύγων στις παλιές, υποβαθμισμένες συνοικίες της Αθήνας (Μεταξουργείο, Κάτω Πατήσια, Κυψέλη, κ.ά.) και τις σχέσεις τους με τον τοπικό πληθυσμό. Αντίθετα, η κατάσταση στο ιστορικό κέντρο και σε αποβιομηχανοποιημένες περιοχές της πρωτεύουσας, όπως είναι π.χ. το Λαύριο, το "Γκάζι" και η οδός Πειραιώς, εμφανίζεται αισθητά βελτιωμένη. Η εξέλιξη αυτή συμβαδίζει με τα διεθνή ρεύματα της αναβάθμισης του κέντρου των πόλεων και της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Υπήρξε αποτέλεσμα μιας εντατικής και συντονισμένης προσπάθειας ειδικών και πολιτείας, με προδρόμους τις μελέτες «παλαιάς πόλεως Αθηνών» (1973-75, Αρχιτέκτων- Καθηγητής Δ. Α. Ζήβας) και «αντιμετωπίσεως προβλημάτων Πλάκας » (1978, Αρχιτέκτων- Καθηγητής Δ. Α. Ζήβας. Συνεργάτες Αρχιτέκτονες Ι. Μιχαήλ, Κ. Ιωάννου, Μ. Γραφάκου, Ε. Μαϊστρου, Α. Παρασκευοπούλου και Ε. Μεθενίτου. κυκλιοφορολόγοι Γ. Γιαννόπουλος & Κ. Ζέκος), η οποία βραβεύτηκε με μετάλλιο της Europa Nostra.
Θα υλοποιηθούν ακόμη, παρά τις αντιδράσεις και καθυστερήσεις, σημαντικά έργα βελτίωσης της ποιότητας ζωής στην Αθήνα. Οι πολεοδομικές μεταρρυθμίσεις αρχίζουν το 1979, με πρωτοβουλία του υπουργού Δημοσίων Έργων Στέφανου Μάνου (πρώτος αθηναϊκός πεζόδρομος στη Βουκουρεστίου, νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο του 1979, Οικιστικός Νόμος 947/1979, κ.ά.), για να επιταχυνθούν από τον αρχιτέκτονα-πολεοδόμο και υπουργό ΠΕΧΩΔΕ Αντώνη Τρίτση (πεζοδρομήσεις αθηναϊκών δρόμων, προστασία και μελέτες αναπλάσεων παλιών συνοικιών της πρωτεύουσας, κ.ά.).



external image fessa.2009.12.22.jpg


Στα αρχιτεκτονικά πράγματα της πρωτεύουσας θα υπάρξει επιδείνωση των αρνητικών φαινομένων του παρελθόντος. Οι σχέσεις λ.χ. ανάμεσα στην κρατική γραφειοκρατία και την τέχνη της αρχιτεκτονικής, οι οποίες ήταν πάντα προβληματικές, θα χειροτερεύσουν. Αυτό οφείλεται εν μέρει στη διεύρυνση του δημόσιου τομέα, αλλά περισσότερο στη νοοτροπία των ιθυνόντων. Το ίδιο ισχύει και με την αρχιτεκτονική αξιώσεων του ιδιωτικού τομέα. Έτσι, ενώ η πολιτεία, το ιδιωτικό κεφάλαιο και ο τύπος δείχνουν να ενδιαφέρονται ζωηρά για τα αρχιτεκτονικά ζητήματα, στην πράξη λειτουργούν μικροπολιτικά και κοντόφθαλμα. Επιλέγουν ή προβάλλουν συνήθως τους αρχιτέκτονες αναξιοκρατικά, υποβαθμίζοντας τον κοινωνικό τους ρόλο και ευτελίζοντας τους θεσμούς τους (π.χ. τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και τη νομοθεσία αναθέσεως μελετών του δημοσίου). Στα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια γοήτρου υιοθετείται πλέον το διαβλητό και ισοπεδωτικό σύστημα της "μελετοκατασκευής", στο οποίο οι αρχιτέκτονες-μελετητές είναι υπάλληλοι του κατασκευαστή ή άμεσα εξαρτημένοι από αυτόν. Συνέπεια όλων αυτών είναι η ποιοτική και συμβολική υποβάθμιση του δημόσιου χώρου και των νέων κτιρίων γοήτρου.
Αντίθετα, σημαντική πρόοδος υπάρχει στις αστικές αναπλάσεις και στις αξιοποιήσεις παλιών κτιρίων για τη στέγαση τραπεζών, κρατικών και δημοτικών υπηρεσιών της πρωτεύουσας. Οι πρώτες αξιόλογες, και μεγάλης επιρροής, αποκαταστάσεις έγιναν σε δύο έργα του του Ε. Ziller. Πρόκειται για το ξενοδοχείο Εξέλσιορ στην πλατεία Ομονοίας, το οποίο διασκευάστηκε εσωτερικά σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας (μελέτη 1977-80, τεχνική υπηρεσία Ε.Τ.Ε, αρχιτέκτων Γρ. Τσιβεριώτης), και για την επαναφορά του μεγάρου Όθωνος Σταθάτου (1887) στην αρχική του μορφή από τον αρχιτέκτονα Παύλο Καλλιγά (1975-76). ΄Εκτοτε, οι Τράπεζες και η ιδιωτική πρωτοβουλία θα πρωταγωνιστήσουν στην ανάδειξη των ιστορικών κτιρίων της πρωτεύουσας
Η πλειοψηφία όμως των δημιουργικών αναπλάσεων αφορά κοινά κτίρια (π.χ. παλιά σπίτια, αποθήκες) ή χώρους με ειδικές μνήμες, όπως ένα εγκαταλειμένο εργοστάσιο ή ένας ιστορικός τόπος, που μπορούν να ξαναζωντανέψουν, αποκτώντας νέα χρήση. Σημαντικές περιπτώσεις τέτοιων αναπλάσεων είναι τέσσερα θέατρα και δύο γκαλερί: (α) της οδού Κυκλάδων (1981-82), έργο του Κυριάκου Κρόκου (1941-1998). (β) του Καρόλου Κουν, στην οδό Φρυνίχου (1984-85), έργο του διεθνώς βραβευμένου αρχιτέκτονα Μάνου Περράκη (γ. 1937).
external image fessa.2009.12.2.jpg

Η Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων. Διασκευή του παλιού εργοστασίου Γκαζιού σε πολιτιστικό κέντρο από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου σε συνεργασία με ιδιώτες μελετητές, 1988-2000.



Γεγονός ωστόσο είναι ότι το χάσμα μεταξύ των πρωταγωνιστών της αθηναϊκής ανοικοδόμησης και των αληθινών δημιουργών διευρύνεται. Το νέο πρόσωπο της πρωτεύουσας το διαμορφώνει η κραυγαλέα εμπορική αρχιτεκτονική, η οποία ωθεί την αρχιτεκτονική ποιότητας στο περιθώριο ή εκτός Αττικής. Σε πολυσύχναστα περάσματα και στις αρτηρίες μεγάλης κυκλοφορίας - Κηφισίας, Βουλιαγμένης, Συγγρού- εμπορικά κτίρια και συγκροτήματα από γυαλί,γυαλί-καθρέφτη, ατσάλι, γρανίτη και μάρμαρο επιβάλλουν τον όγκο και τη μεταμοντέρνα ή υστερομοντέρνα αισθητική τους στους περαστικούς. Με την σκληρή τους γραμμή, την προηγμένη τεχνολογία, το εφήμερο διακοσμητικό τους ύφος και τη φανταχτερή τους πολυτέλεια, τα κτίρια γοήτρου αυτής της εποχής, αλλά και οι κατοικίες, αναδεικνύονται σε "σκηνικά" του λαμπερού τρόπου ζωής των νέων ηγετικών τάξεων. Στολισμένα άλλοτε με απομιμήσεις αετωμάτων και κιόνων -ενίοτε ακρωτηριασμένων- και άλλοτε με εκκεντρικά κολλάζ στοιχείων που παραπέμπουν σε παρελθόν και μέλλον γίνονται τα κατεξοχήν κτίρια "γοήτρου" της πρωτεύουσας.

Ευρωπαικά Είδη Αρχιτεκτονικής


Αρ Νουβό και Μοντέρνα Αρχιτεκτονική

Εισαγωγή

Το τέλος του 19ου και οι αρχές του 20ου σηματοδότησαν με τα πρωτοποριακά κινήματα της Art Nouveau αρχικά και του Μοντερνισμού στη συνέχεια την στροφή της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής από τα, οπισθοδρομικά σε σχέση με τις εξελίξεις και τετριμμένα από τη συνεχή και άκριτη χρήση, κλασικιστικά πρότυπα στη προσπάθεια εκσυγχρονισμού και εναρμόνισης με τις ραγδαίες αλλαγές. Στην απαίτηση για αισθητική και λειτουργική ανανέωση των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων που αναπτύσσονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, καθένα από τα κινήματα αυτά έχοντας άλλοτε κοινή και άλλοτε διαφορετική αφετηρία παρήγαγαν νέες αισθητικές προσεγγίσεις και δομικές λύσεις που άφησαν βαθύ το αποτύπωμα τους στην ταυτότητα της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής.
H Art Nouveau υπήρξε κίνημα που αναπτύχθηκε κυρίως τη τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και τη πρώτη του 20ου ( 1890 – 1910 )σε διάφορες χώρες. Συνδεδεμένη με τα γαλλικά συμβολιστικά κινήματα της belle époque και της αισθητικές θεωρίες των Ruskin, Morris και Wilde, η Art Nouveau με τη σύνθεση νατουραλιστικών και αφαιρετικών επιδιώξεων, τις ορθολογικές αναζητήσεις και τα φυτικά ή ζωικά διακοσμητικά μοτίβα, την απλοποίηση των όγκων και τον εμπλουτισμό τους με περίτεχνα σχήματα και δομές από νέα υλικά όπως το σίδερο, ο χάλυβας και το γυαλί επιτυγχάνει να δώσει μια νέα διέξοδο στα αισθητικά προβλήματα της μαζικής βιομηχανικής τεχνοδομικής επαναφέροντας στο προσκήνιο τη κατασκευαστική κομψότητα.
Αντίθετα, το κίνημα του Μοντερνισμού που βρίσκει ευρύτερη ανάπτυξη μετά το τέλος του Α΄ μέχρι περίπου τις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ διαθέτει εξίσου επιτακτική την ανάγκη αισθητικού επαναπροσδιορισμού του ευρωπαϊκού τεχνικού πολιτισμού, καταφέρνει να υπερβεί το ναρκισσιστικό προοίμιο της Art Nouveau και , αντί για εκλεκτικιστικές διακοσμήσεις, επιδιώκει απλές, καθαρές και ψυχρά ακριβείς οπτικές αρχιτεκτονικές αποτυπώσεις που συμφιλιώνουν την καλλιτεχνική συνείδηση με την βιομηχανική τεχνολογία και παράγουν ένα λιτό ποιητικό αποτέλεσμα. Έτσι, οι μοντέρνες κατασκευές αντανακλούν το νέο τεχνολογικό πνεύμα και ανάγουν την αρχιτεκτονική σε καθαρή λογική ουσία που συνέχει και διαπερνά τον κόσμο πέρα από τις επιμέρους διαφοροποιήσεις.
1 Κοινές Αφετηρίες Των Αισθητικών Προβληματισμών

Με βασική εκκίνηση την εκατέρωθεν αντίδραση στις νέες συνθήκες που προκύψαν από την απελευθέρωση της βιομηχανικής παραγωγής και το θρίαμβο των επιστημονικών ανακαλύψεων, τα κινήματα της Art Nouveau και του Μοντερνισμού επιδιώκουν να ανανεώσουν την αρχιτεκτονική καλλιτεχνική έκφραση.
Εξετάζοντας και συγκρίνοντας δύο από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες όπως ο Victor Horta (1861-1947) με το Maison du Peuple (1896-1899) που χτίστηκε για να στεγαστεί το Βελγικό Εργατικό κόμμα και ο Le Corbusier (1887-1965) με τη villa Savoye (1929) ένα από τα πολλά πολυτελή εξοχικά οικήματα που έχτιζε καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, επιδιώκεται η κατανόηση των αιτιών που οδήγησαν στην εξαγωγή των συγκεκριμένων αρχιτεκτονικών αποτελεσμάτων.
Α. Η Αντίδραση Της Art Nouveau Στην Βιομηχανική Ομοιομορφία

Τον 19ου αιώνα η εκβιομηχάνιση των ευρωπαϊκών κρατών είχε προχωρήσει σε ολοένα ευρύτερα επίπεδα. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, η οικονομική ανάπτυξη και η διαμόρφωση καλύτερου βιοτικού επιπέδου των μεσαίων αστικών στρωμάτων προκάλεσε μεγαλύτερα κύματα συσσώρευσης πληθυσμών στα αστικά κέντρα. Δημιουργούνται νέες πολεοδομικές ανάγκες που απαιτούν την άμεση και μαζική κατασκευή κτιριακών συγκροτημάτων. Η μεγάλη αυτή οικοδομική δραστηριότητα, ωστόσο, γρήγορα λαμβάνει το χαρακτήρα της απουσίας συστηματικού σχεδιασμού και ελλιπούς μέριμνας για τη λειτουργικότητα και την οργανική σύνδεση χρηστικών και καλλιτεχνικών αναγκών.
Η ακραιφνώς τυποποιημένη και ομοιόμορφη κατασκευαστική δραστηριότητα των αστικών κέντρων θέτει επιτακτικά το πρόβλημα αισθητικής επανεξέτασης της αστικής καλαισθησίας. Πολύ συχνά, το αισθητικό πρόβλημα επιλύεται πρόχειρα με τη βίαιη ανάμιξη διακοσμητικών τύπων, κλασικών ή ιστορικών μορφολογικών στοιχείων και ακανόνιστων ρυθμών που επέφεραν σύγχυση στο συνολικό εικαστικό αποτέλεσμα .
Η αντίδραση των ανανεωτών αρχιτεκτόνων της Art Nouveau διακρίνεται στη τάση για αναβίωση των προβιομηχανικών γηγενών αρχιτεκτονικών μορφολογιών, και ιδιαίτερα της Γοτθικής αρχιτεκτονικής , στη προσπάθεια αισθητικής απόδοσης των περίτεχνων χαρακτηριστικών της ανατολικής κουλτούρας καθώς και στη μίμηση των μορφών του φυσικού πλούτου, όλα προσαρμοσμένα στις σύγχρονες τεχνικές εξελίξεις.
Το Maison du Peuple αποτελεί την ωριμότερη αρχιτεκτονική έκφραση του Horta. Προορισμένο να ξεπεράσει όλα τα προαναφερθέντα προβλήματα που κληρονόμησε η αποτελμάτωση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και οι επεκτεινόμενες, ισοπεδωτικές αστικές συμβάσεις, φαίνεται να τοποθετείται ανάμεσα σε ένα πλούσιο αλλά προβληματικό στη χρήση του παρελθόν και σε ένα γεμάτο νέες πειραματικές δυνατότητες αλλά αμφίβολο σε ικανοποιητικά αποτελέσματα μέλλον.
Το πρόβλημα και η πρόκληση του Horta και της Art Nouveau γενικότερα βρίσκεται στη συνθετική σύζευξη των δύο αυτών στοιχείων που υπερκαθορίζουν ακόμα αυτή τη φάση της αρχιτεκτονικής ιστορίας. Οι προτεινόμενες στο οικοδόμημα λύσεις του Horta, ενώ επιτυγχάνουν να επανατοποθετήσουν το αίτημα για αναβίωση της καλλιτεχνικής και κατασκευαστικής ενότητας μέσα σε ένα πλαίσιο εργασιακής προθυμίας, όπως αυτή επιτεύχθηκε στα μεσαιωνικά χρόνια, εντούτοις αδυνατούν να υπερβούν τις ιστορικές τους προϋποθέσεις και παραμένουν στο στάδιο της καλλιτεχνικής ανανέωσης επαναφέροντας και παράλληλα επικαιροποιώντας το διακοσμητικό πλούτο της έκφρασης που προετοιμάζει τις επαναστατικές αλλαγές της μοντέρνας περιόδου.
Β. Η Άρση Της Διαφοράς Τέχνης – Τεχνικής Από Το Μοντερνισμό

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι καλλιτεχνικές συνθήκες είχαν ωριμάσει αρκετά για να δεχθούν τη σαρωτική επέλαση του Μοντερνισμού σε όλες τις τέχνες, μεταξύ αυτών και στην αρχιτεκτονική. Η μέχρι τότε αμφισβήτηση των δομικών απόψεων, τεχνικών και τη γενικότερη αισθητική, προκάλεσε τη γενικευμένη ενεργοποίηση όλων των συστημάτων που αντιτίθενται σε όλες τις εκφράσεις της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, μεταξύ αυτών και της Art Nouveau. Η συνολική αυτή κινητοποίηση έδρασε σε παγκόσμια κλίμακα και μέσα από την τελειοποίηση των προτεινόμενων νέων τεχνικών κατευθύνθηκε στη διαμόρφωση ενός πνεύματος παγκόσμιας ενότητας με τη διαμόρφωση κοινών αρχιτεκτονικών στόχων.
Η μοντέρνα αισθητική προωθεί τη συσχέτιση τέχνης και χειροτεχνίας την οποία, αντίθετα με την Art Nouveau, συμπληρώνει με την αντιστοιχία τέχνης και μηχανής. Η αποδοκιμασία του σύγχρονου βιομηχανικού κόσμου και της καπιταλιστικής του οργάνωσης της παραγωγής διατηρείται και οδηγεί στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης τέχνης και βιομηχανίας, άρα και τη σχέση ανθρώπου και μηχανής .
Μέσα από τη δημιουργική σύλληψη και υιοθέτηση των σύγχρονων βιομηχανικών τεχνικών, η μοντέρνα αρχιτεκτονική αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της μαζικής παραγωγής και ανακαλύπτει την αισθητική αξία της μηχανής και του βιομηχανικού συμβολισμού γενικότερα. Έτσι επιδιώκει να συμβαδίζει με τις τεχνολογικές εξελίξεις και να διαμορφώνει την καλλιτεχνική της έκφραση στο τεχνοδομικό πεδίο.
Η αφαιρετική της, όμως, κατανόηση του σύγχρονου κόσμου εντοπίζει τη καλλιτεχνική δημιουργία στην συναγωγή της από τη συστηματική χρήση καθαρών λογικών σχημάτων και στην ανάδειξη της ηθικής ειλικρίνειας κι αγνότητας της, γεγονός που την αποξενώνει από τα καθιερωμένα γούστα της αστικής καλαισθητικής διακόσμησης και διανοίγει το χάσμα καλλιτέχνη και κοινωνίας παρά την επιδίωξη για μεγαλύτερη αναγκαιότητα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στη διάθεση του ιστορικού και κοινωνικού γίγνεσθαι .
Στη villa Savoye του Le Corbusier, το τελειότερο, ίσως, δείγμα της μοντέρνας αισθητικής του μέχρι πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το αρχιτεκτονικό έργο αποσπάται από όλη τη προηγούμενη παραδοσιακή αρχιτεκτονική με την οποία βρίσκεται σε συνεχή σχέση διαλεκτικής αντίθεσης και σύνθεσης. Η αναπόφευκτη γυμνότητα και απλότητα μοιάζει να είναι παραβολή της καθαρής Αλήθειας, καλλιτεχνικής και ηθικής.
Με τη villa Savoye, ο Le Corbusier καθιστά το σπίτι – μηχανή του καθοριστική συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία υπάγεται στις απόλυτης προτεραιότητας ενέργειες του Ορθού Λόγου. Το σχεδιαστικά απλό μορφικό σχέδιο του κτίσματος είναι αποτέλεσμα αυστηρής λογικής διεργασίας και πολύπλοκων υπολογισμών. Απορρίπτεται με αυτόν τον τρόπο η α–λόγιστη χρήση της μηχανικής μεθόδου που οδηγεί τελικά στην υπεραπλούστευση.
Το λιτό δεν είναι αισθητικά φτωχό, αντίθετα βασίζεται στο πλέγμα αρχιτεκτονικών σχέσεων που διαμορφώνεται από τις παραδοσιακές τεχνικές της αναλογίας, της συμμετρίας και των αντίθετων τους. Ακόμα τα πρωτογενή δομικά σχήματα και η πάγια απαίτηση της λειτουργικότητας του κτιρίου παράγει μια κλασική, όχι όμως κλασικιστική, ομορφιά που διαθέτει διαχρονικό και καθολικό χαρακτήρα.
2 Διαφορές Των Εκατέρωθεν Προσεγγίσεων

Στην προσπάθεια των δύο κινημάτων για την αντιμετώπιση των σύγχρονων τους αισθητικών προβλημάτων προωθήθηκαν διαφορετικές αρχιτεκτονικές λύσεις που άλλοτε συγκλίνουν στην κοινή ανάγκη για αποσόβηση της τυποποιημένης αστικής οικοδόμησης και άλλοτε διαφέρουν στον αποκλεισμό ή την υιοθέτηση των βιομηχανικών συστημάτων και της τεχνικής λειτουργικότητας τους. Έτσι η αισθητική πρόταση του Horta επιμένει στην ανάδειξη του αρχιτεκτονικά ωραίου από την χειροτεχνική ποιότητα, ενώ ο Le corbusier απογυμνώνει την αρχιτεκτονική του από περιττά στολίδια και την εκθέτει, όπως είναι, στην μορφική της ουσία.

α. Μορφολογική πρωτοτυπία και διακοσμητικός πληθωρισμός Του Horta

Δείγμα της αρχιτεκτονικής ωριμότητας του Horta, το Maison du Peuple συμπυκνώνει το πνεύμα ανανέωσης της Art Nouveau με τον καμπύλη σχηματισμό του κτιρίου, τον ανανεωτικό τρόπο χρήσης των υλικών όπως το γυαλί, το σίδερο και το τούβλο καθώς και με την συνολική λειτουργική του διάσταση.
Η εξωτερική του όψη κάνει εμφανή το πολύπλοκο και πολυσχιδές κτιριολογικό σχεδιασμό που αποσαφηνίζει την πρόθεση του αρχιτέκτονα για αποδέσμευση του από τη απλουστευμένη εφαρμογή των ιστορικιστικών μορφολογικών τύπων και την ταυτόχρονη επιδίωξη απόδοσης ενός προβιομηχανικού, νεογοτθικού ρυθμολογικού ύφους που προσεγγίζει την βελγική αρχιτεκτονική παράδοση .
Η τοποθέτηση της κοίλης εξωτερικής μορφής σε οικόπεδο με κλίση προσδίδει εύθραυστη ισορροπία στο οικοδόμημα. Η απόδοση του καμπυλόγραμμου σχήματος οφείλεται στη διαφοροποίηση των πρωτογενών του δομικών τύπων: αντί του κύκλου, του τετραγώνου και του ορθογωνίου είναι εμφανής η προτίμηση στις ελλείψεις, τις υπερβολές και τις ασύμμετρες γραμμές .
Με τα παραπάνω γίνεται εφικτή η απόδοση κινητικότητας στο κτιριακό σύνολο, εσωτερικά και εξωτερικά, γεγονός που ανακαλεί στη μνήμη το δυναμισμό ενός ωστικού κύματος και απελευθερώνει τη κινητική εικόνα στη στατική δομή του κτιρίου, η οποία τονίζει την οικοδομική του μάζα και τη βαρύτητα των υλικών του . Η ορθολογική χρήση τους, άλλωστε, κορυφώνει τις μέγιστες δυνατότητες διακοσμητικής επεξεργασίας των βιομηχανικών υλικών του μετάλλου, του γυαλιού και της πέτρας που διεκπαιρεώνουν τη βασικότερη αισθητική λειτουργία του ογκώδους κτιρίου.
Με προφανή σκοπό την ενίσχυση της εντύπωσης μιας εύθραυστης εξωτερικής επιφάνειας, η τούβλινη πρόσοψη αναλαμβάνει να συνδέσει το οπτικό βάρος της πέτρινης όψης με την διακοσμητική ελαφρότητα του ατσάλινου σκελετού. Η αποκάλυψη, αντί της συνήθους απόκρυψης στο εσωτερικό, του σίδερου στην εξωτερική επιφάνεια και η αρμονική του συμπόρευση με τη διακριτική διαφάνεια του γυαλιού παράγουν μια λεπτεπίλεπτη και ταυτόχρονα πληθωρική τεχνοτροπία που φαίνεται να αντιστέκεται στις στενά θετικιστικές αντιλήψεις της εποχής και που επιδιώκει να προσαρμόζεται στο αίτημα για μια καινούργια αρμονία βασισμένη σε δυσανάλογες ισορροπίες.
Αντίστοιχα, το εσωτερικό του κτιρίου επαναλαμβάνει όλα τα διακοσμητικά μοτίβα των καλαισθητικών τάσεων της Art Nouveau που ανακουφίζει από το ψυχρό, τεχνοκρατικό περιβάλλον: τα γραφεία, οι αίθουσες συνεδριάσεων και διαλέξεων και το καφενείο διατηρούν την ρευστή, σχεδόν δραματική ένταση της εξωτερικής όψης.
Η ορθολογιστική μονοτονία της λειτουργικής χρήσης του κτιρίου εμπλουτίζεται από τα ελικοειδή σιδερένια κιγκλιδώματα που απελευθερώνουν την πρωτόγνωρη ομορφιά της ευλυγισίας τους, το μωσαϊκό του δαπέδου με τα πολυτελή πλακάκια που σχηματίζουν ποικιλόχρωμους συνδυασμούς, τα φινιρίσματα των τοίχων και τα αστραφτερά, γυάλινα φωτιστικά ή τους λεπτόκορμους στύλους .

Β. Ορθολογική Λιτότητα Και Τεχνική Επάρκεια Της Αρχιτεκτονικής Σύνθεσης Του Le Corbusier

Πιθανώς η πιο ευκρινής και ολοκληρωμένη εφαρμογή των μοντέρνων χαρακτηριστικών του Le Corbusier, η villa Savoye στο Poissy–sur-Seine, στα περίχωρα του Παρισιού, επιτυγχάνει πλήρως τον ορισμό του ίδιου για το σπίτι ως μηχανή κατοίκησης. Η αρμονική σύνδεση τοπίου – κατοικίας καθιστά τη δεύτερη προέκταση και συμπλήρωμα του πρώτου παραβάλλοντας τη σύνθεση με τα αναπόσπαστα στοιχεία ενός κυβιστικού πίνακα στον οποίο το αντικείμενο συνδέεται οργανικά με το χώρο του χωρίς όμως να γίνεται χρήση των αναγεννησιακών κανόνων της προοπτικής.
Το τετράγωνο κτίριο στηριζόμενο στους πασσάλους απελευθερώνεται από το έδαφος και το γυάλινο ημικυλινδρικό ισόγειο του μπορεί να διατεθεί για οποιαδήποτε χρήση. Τα ελεύθερα στυλώματα, τα περίφημα pilots , παραπέμπουν στις πριμιτιβιστικές λιμναίες κατοικίες, η απλή μορφή των οποίων εξασφάλιζε υψηλή λειτουργική αποτελεσματικότητα.
Η πρόσοψη του κτιρίου διακρίνεται επίσης για την αποδέσμευση από οποιοδήποτε διακοσμητικό στοιχείο, σε αντίθεση με την τεχνοτροπική υπερφόρτωση της Art Nouveau. Με την λιτή, ενιαία και πάλλευκη επιφάνεια του δημιουργεί μια οργανική σύνθεση που διακρίνεται για την ορθολογική της αυστηρότητα και την οικονομία των μέσων της. Κατά μήκος της πρόσοψης αναπτύσσονται ταινιωτά τα παράθυρα που λαμβάνουν το χαρακτήρα άμεσης λογικής συνέπειας της κτιριακής δομικής οργάνωσης .
Η διαφάνεια του γυαλιού αποκαλύπτει τη διαλεκτική του μέσα και έξω χώρου και δημιουργεί την εντύπωση αλληλοδιείσδυσης και συνυπάρξεως τους. Εξάλλου, η επίπεδη ανοιχτή στέγη με το καμπυλόγραμμο σχήμα επιτρέπει τη διασπορά της θέας από διαφορετικές οπτικές γωνίες και καταφέρνει να συνδυάσει τη σύγχρονη οικιστική άνεση ενός ηλιόλουστου απογεύματος με το διαχρονικό χαρακτήρα της αγροτικής ζωής που οραματίζεται ο Le Corbusier .
Η συνολική εντύπωση που αποκομίζεται είναι αυτή ενός αιωρούμενου κτιρίου του οποίου το ελλειπτικό σχήμα του ισογείου και η συμμετρική ως προς τον άξονα ράμπα μοιάζουν να αποτελούν ένα μεταφορικό παιχνίδι των δυνατοτήτων της συμμετρίας.
Παράλληλα, η αιφνίδια διακοπή των γραμμών και των επιφανειών της σπειροειδούς κλίμακας και η συνακόλουθη επαναφορά τους σε άλλο σημείο ως αυτόνομη προεξοχή κάθε άλλο παρά δημιουργεί την εντύπωση οπτικής καταστροφής αλλά ενότητας .
Ενώ η Art Nouveau στο Maison du Peuple επιδιώκει μια πολύπλοκη δομική οργάνωση εξωτερικά και περίτεχνη διακόσμηση εσωτερικά, η villa Savoye επιλύει το πρόβλημα καλλιτεχνικού σχεδιασμού και τεχνικής επάρκειας με τον ορθολογικό συσχετισμό των βασικών γεωμετρικών μορφών και τις λειτουργικότητας τους.
Η χρήση και προβολή του πρωτογενούς σχήματος του τετραγώνου αποκτά έτσι ένα απρόσμενο επαναστατικό χαρακτήρα που επανατοποθετεί τη σχέση τέχνης και τεχνικού πολιτισμού σε καθεστώς απόλυτης και αρμονικής ταύτισης.

3 Σχέσεις Με Τις Εφαρμοσμένες Τέχνες

α. Διακοσμητικές Καμπύλες Σε Χαρακτικά Σχέδια, Αφίσες Και Επεξεργασμένα Μέταλλα

Η επιρροή της Art Nouveau εκτός από την αρχιτεκτονική εντοπίζεται σε ευρύτερο πεδίο και στις εφαρμοσμένες τέχνες. Είναι γνωστό ότι αυτή την εποχή κυκλοφορούν σε μεγάλους αριθμούς οι φτηνές ιαπωνικές χρωμολιθογραφίες και υδατογραφίες που έφεραν πιο κοντά την ανατολίτικη φιλοσοφία της Άπω Ανατολής στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ιδιαίτερα εντυπωσίασε η απλότητα των συνθέσεων, η έμφαση στις λεπτεπίλεπτες διακοσμητικές τους τάσεις όπου κυριαρχούν τα μοτίβα των φυτικών καμπυλόγραμμων θεμάτων. Ο εξωτισμός των εικονογραφίσεων αυτών προσέφερε την αναζητούμενη αισθητική και φιλοσοφική διέξοδο από την υπερτροφική ανάπτυξη του ευρωπαϊκού θετικισμού.
Σε άμεση συνδιαλλαγή με τα μεταιμπρεσιονιστικά χαρακτικά έργα των Van Gogh, Gauguin και Munch, που έλκουν τη καταγωγή τους από την ιαπωνική τέχνη, οι καλλιτέχνες που δέχτηκαν την επιρροή του αισθητικού πνεύματος της Art Nouveau, όπως ο Henri de Toulouse Lautrec (1861-1947), εκτός από τη ζωγραφική αναπτύσσουν τις νέες τεχνοτροπίες και σε χαρακτικά σχέδια που χρησιμοποιούνται πια σε αφθονία για την διακόσμηση βιβλίων, περιοδικών τέχνης και μόδας ή απλώς για τις αφίσες των θεάτρων, νυχτερινών κέντρων και άλλων θεαματικών γεγονότων της εποχής .
Κυριαρχεί και εδώ η έμφαση στη γραμμή που αποδίδεται με αυστηρή ακρίβεια και ενίοτε φτάνει σε ωμότητα έκφρασης. Οι καμπυλόσχημες μορφές των σχεδίων αυτών, τοποθετημένες συνήθως σε πολύ απλό φόντο που αντιτίθεται με το εξεζητημένο διακοσμητικό ύφος στα ρούχα, τα καπέλα, τα πληθωρικά φορέματα και την ασυνήθιστη στάση των εικονιζόμενων κυριών φαίνεται ότι δεν περιορίζονται στην απλή αποθεωτική απόδοση του αστικού γούστου.
Αντίθετα, ο προσεκτικός, σκόπιμος έλεγχος των χαρακτικών γραμμών και ο συνδυασμός τους με την τραχύτητα στους χρωματισμούς οδηγεί την εικόνα σε εκφραστική ψυχρότητα. Το συνολικό δηκτικό αποτέλεσμα αποκαλύπτει το σαρκαστικό σχόλιο των καλλιτεχνών και αποκτά μια βαθύτατη ψυχολογική οξύτητα. Η απλότητα της σχηματοποιημένης γραμμής και τα συνήθη πολυτελή μοτίβα χρησιμοποιούνται σαν ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι στα παράξενα και κάπως ηλίθια πρόσωπα της αστικής αυταρέσκειας .
Η επιρροή της ιαπωνικής κουλτούρας, όπως αυτή έγινε γνωστή στην Ευρώπη μέσω των υδατογραφιών και των χαρακτικών σχεδίων, είναι φανερή και στη χειροτεχνική επεξεργασία των μετάλλων όπως ο μπρούντζος, ο χαλκός και το σίδερο ή ακόμα και στην ξυλογλυπτική. Εξάλλου οι αρχιτεκτονικές διακοσμητικές μορφές της Art Nouveau στηρίζονται κατά το μέγιστο μέρος στη χειροποίητη εργασία, δείγμα της νοσταλγίας για το προβιομηχανικό κόσμο της αισθητικής και καλλιτεχνικής ποιότητας.
Ο εμπλουτισμός των προσόψεων και του εσωτερικού των κτιρίων του Horta και του Mackintosh (1868-1928) με τα ελικοειδή, ευλύγιστα σχήματα καθώς και τα χυτοσιδηρά κάγκελα του Guimard (1867-1942) στις εισόδους των σταθμών του παρισινού μετρό βοηθούν την επίτευξη αισθητικής συμφιλίωσης των ψυχρών, βιομηχανικών οικοδομημάτων με την ανθρώπινη ανάγκη για ομορφιά. Ακόμα, ο συνδυασμός στις εισόδους αυτές των καμπυλόγραμμων μεταλλικών σχημάτων με τις χρωματιστές γυάλινες στέγες αυτών που σχηματίζουν μεμβρανοειδείς σκελετούς ανακαλεί τις οργανικές, φυτικές και ζωικές, μορφές και επαναφέρει τη δυνατότητα συνειρμού με το φυσικό πλούτο πάνω στα ανθρώπινα, τεχνολογικά κατασκευάσματα.

Β. Κυβιστικές Μορφολογικές Αναζητήσεις Στη Ζωγραφική Εικόνα, Τα Οικιακά Αντικείμενα Και Τις Μηχανές

Το κίνημα του Μοντερνισμού καθόρισε με τα επίκαιρα αιτήματα του τη μορφή και το περιεχόμενο όλων των τεχνών του 20ου αιώνα. Προσαρμοσμένος στα εκάστοτε εθνικά χαρακτηριστικά και τις αισθητικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις των καλλιτεχνών, το κίνημα έδωσε διάφορες καλλιτεχνικές κατευθύνσεις. Όλα τα επιμέρους κινήματα επηρέασαν την αρχιτεκτονική στο μέγιστο δυνατό βαθμό, προώθησε τη συνομιλία της με τις υπόλοιπες τέχνες και παρήγαγε σπουδαίες αρχιτεκτονικές σχολές όπως το Bauhaus (1919-1933)ή πολυπράγμονες αρχιτέκτονες όπως ο Le Corbusier.
Περισσότερο, ωστόσο, από τα υπόλοιπα κινήματα, ο κυβισμός και ο εξπρεσιονιοσμός στη ζωγραφική διαμόρφωσαν την επαναστατική μορφολογία που διακρίνει τη μοντέρνα αρχιτεκτονική. Αμφότερες οι αισθητικές θεωρίες επιδιώκουν τη διάσπαση των μορφικών αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου κατά το πρότυπο της τεχνικής και τεχνολογικής αποδόμησης της μορφής.
Ο κυβισμός αναλύει τα αντικείμενα στους θεμελιώδεις, αφαιρετικούς σχηματισμούς τους που πιστεύεται ότι οργανώνουν τον κόσμο σε ένα ενιαίο, λογικό σύστημα πίσω και πέρα από τις περιπλοκές των φαινομένων . Αντίθετα, ο εξπρεσιονοσμός εντείνει με τις αφαιρέσεις του την απόσταση του εξωτερικού κόσμου από την ουσιαστική μορφή τους και τον υποβάλει στο κατακερματισμό των υποκειμενικών αντιλήψεων.
Ο κυβισμός, εξάλλου, βρίσκει ευρεία εφαρμογή στο έργο του Le Corbusier τόσο το ζωγραφικό και γλυπτικό όσο και στην αρχιτεκτονική του που θεωρείται ότι κατάγεται από αυτόν. Όπως και στα αρχιτεκτονικά του σχέδια επιμένει στις καθαρές και απλές γεωμετρικές μορφές από τις οποίες αντλεί τα θέματα του, σαφώς επηρεασμένος από τη διδασκαλία του Cezanne που ανακαλύπτει την μορφική αρμονία στην ανάλυση των πρωτογενών δομικών στοιχείων και σχηματικών επιπέδων .
Στο Ξυλοκόπο (1931) για παράδειγμα τα ενωμένα περιγράμματα που αναπτύσσονται σε συνεχείς γραμμές παραπέμπουν στη σαφήνεια του διαχωρισμού των χώρων σε κατοικίες του όπως τη villa Savoye. Οι κυβιστικές αρχές των ταυτόχρονων οπτικών γωνιών και των δομικών σημείων στις κυλινδρικές μορφές των κομμένων ξύλων επιτυγχάνουν τη διαμόρφωση μιας ορθολογικής σχέσης στη μορφή του χώρου και στις διαστάσεις του (ύψος, βάθος, πλάτος).
Η αρχιτεκτονική του Le Corbusier, όμως, βρίσκεται σε εννοιολογική και αισθητική ενότητα με την σύνθεση του εσωτερικού χώρου των κατοικιών του που εμπλουτίζονται από τα αντικείμενα – μηχανές του. Απλά στην κατασκευή τους και εναρμονισμένα με την αισθητική λιτότητα του χώρου που τα περικλείει, οι κυβιστικές μορφές των οικιακών αντικειμένων αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης κατοικίας.
Οι περίφημες πολυθρόνες του - που λειτουργούν ως μηχανές καθίσματος – ταγμένες στον πάγιο σκοπό της άνεσης διατηρούν τον ουδέτερο χαρακτήρα των τεχνολογικών κατασκευών και αποτελούν μέχρι και σήμερα σημείο αναφοράς του σύγχρονου οικιακού design. Δημιουργείται, έτσι, μια καινούργια αισθητική γλώσσα η οποία μέσα σε καθεστώς μορφικής αυστηρότητας ελέγχει το αντικείμενο στον άξονα της λειτουργικότητας του.
Η ορθολογική αυτή αυστηρότητα σαφέστατα παραπέμπει στη νομοτελειακή φύση των μηχανών του μοντέρνου κόσμου. Το αεροπλάνο, το πλοίο και το αυτοκίνητο μετατρέπονται εξαρχής σε κύρια πεδία του αρχιτεκτονικού προβληματισμού του Le Corbusier στα οποία επανέρχεται συνεχώς για να καταδείξει τις αναλογίες που τα διέπουν με τους δικούς του προγραμματικούς στόχους.
Ενώ το αισθητικό και ιδεολογικό περιβάλλον της Art Nouveau εξοβελίζει την μηχανή ως απότοκο του αλλοτριωτικού τεχνικού πολιτισμού, η μοντέρνα σκέψη την προσεγγίζει απροκατάληπτα και της αναγνωρίζει την αισθητική ομορφιά που συναντάται στην απολύτως αυθεντική της όψη μόνο στις κλασικές καλλιτεχνικές μορφές.

Αρ Ντεκό


Εισαγωγή

Η Αρ Ντεκό (γαλλικά: Art Déco), που σημαίνει «Διακοσμητική Τέχνη», αναφέρεται σε ένα διεθνές καλλιτεχνικό κίνημα, το οποίο επικράτησε από το 1925 μέχρι τη δεκαετία του 1940.

Η νέα αυτή τεχνοτροπία προβλήθηκε για πρώτη φορά στη Διεθνή Έκθεση Σύγχρονων Διακοσμητικών και Βιομηχανικών Τεχνών (Exposition Internationale des arts decoratifs et industriels modernes) του Παρισιού το 1925, που την επισκέφτηκαν δεκαέξι εκατομμύρια πολίτες από όλη την Ευρώπη.

Η τεχνοτροπία της αρ ντεκό έσπασε κάθε δεσμό με την επικρατούσα τότε «νέα τέχνη» (Αρ Νουβό) και αναζήτησε μία νέα έκφραση στην αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική, τις γραφικές και διακοσμητικές τέχνες, το βιομηχανικό σχέδιο, το κόσμημα και τη μικρογλυπτική, τη μόδα και τα κινηματογραφικά έργα.

Η Αρ Ντεκό τέχνη άντλησε από πολλές εποχές και αποτελεί μείγμα επιδράσεων πολλών και διαφορετικών καλλιτεχνικών κινημάτων του 20ου αιώνα. Πηγή έμπνευσης ήταν τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα του φωβισμού, κυβισμού και φουτουρισμού, αλλά και η αιγυπτιακή και αφρικανική τέχνη, η κινέζικη καλλιγραφία, ο λαϊκός πολιτισμός της Ρωσίας και ο εξωτισμός των ρωσικών μπαλέτων του Ντιάγκιλεφ.

Η Αρ Ντεκό αποτέλεσε καλλιτεχνικό κίνημα με διεθνή δημοτικότητα και τεράστια διάδοση που αναπτύχθηκε σε πολλές και διαφορετικές χώρες. Έφτασε από το Παρίσι ως τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, τη Λατινική Αμερική, την Κούβα, τη Σανγκάη και τη Μελβούρνη.

Υφολογικά, η τέχνη Αρ Ντεκό απορρίπτει το διακοσμητικό φόρτο της Αρ Νουβό τεχνοτροπίας, που είχε προηγηθεί, για ένα περισσότερο γεωμετρικά βασισμένο ύφος. Κυρίαρχη μορφή ανάμεσα στους αρ ντεκό καλλιτέχνες της εποχής ήταν ο Αυστριακός (γεννημένος στη σημερινή Τσεχία) αρχιτέκτων – σχεδιαστής Γιόζεφ Χόφμαν (Josef Hoffmann, 1870 – 1956).
Αρχιτεκτονική

Το αρχιτεκτονικό αριστούργημα του Χόφμαν είναι το Παλαί Στόκλετ (Palais Stoclet), κτισμένο στα 1905 – 1911 στις Βρυξέλλες, που απομακρύνεται από τη διακοσμητική έμφαση της Αρ – Νουβό προς ένα γεωμετρικά εμπνευσμένο αρχιτεκτονικό ύφος. Στο πλαίσιο αυτό, το Παλαί Στόκλετ στέκει ανάμεσα στο Αρ-Νουβό και στο νεοεμφανιζόμενο στυλ της Αρ Ντεκό αισθητικής.

Αξιόλογα δείγματα του ύφους της αρχιτεκτονικής Αρ Ντεκό, πέραν του Ατλαντικού, είναι οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης: το Μέγαρο Κράισλερ (Chrysler Building), που σχεδίασε στα 1927 – 1930 ο Ουίλιαμ βαν Άλεν (William van Alen, 1883 – 1954), το Εμπάϊαρ Στέιτ Μπίλντινγκ (Empire State Building, 1931) σε σχέδια του Γκρέγκορι Τζόνσον και της αρχιτεκτονικής εταιρείας "Shreve, Lamb & Harmon" και το Ροκφέλερ Σέντερ (Rockefeller Center, 1932 – 1940) με αρχιτέκτονα τον Ρέιμοντ Χουντ (Raymond Hood, 1881 – 1934).

Αθηναϊκό Αρ Ντεκό

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, κυρίως μετά τη δεκαετία του 1930, η αρχιτεκτονική υφολογία της Αθήνας απομακρύνεται από τα καθιερωμένα πρότυπα του νεοκλασικισμού και στρέφεται, έστω και κάπως δειλά, σε νεωτεριστικές φόρμες, υιοθετώντας ευρωπαϊκές τάσεις της εποχής.

Οι αρχιτέκτονες του Μοντέρνου Κινήματος (γαλλικά: modernisme) εμπνέονται από μοντερνιστικές εκφράσεις της Αρ Ντεκό (Art Deco) αισθητικής, που κυριαρχούν στα μεσοπολεμικά χρόνια στις πρωτεύουσες της Ευρώπης.

Ο αθηναϊκός μοντερνισμός, που εκδηλώνεται στην αστική αρχιτεκτονική του νέου ρυθμού της Αρ Ντεκό, χαρακτηρίζεται από νεοτερικότητα και τολμηρούς πειραματισμούς, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις συνευρίσκεται αρμονικά με νεοκλασικά στοιχεία ή ακόμη με αρχιτεκτονικό υλικό της κεντροευρωπαϊκής αισθητικής.

Το κτήριο της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου αριθ. 17 στου Μακρυγιάννη ( που κινδύνευσε να κατεδαφιστεί με σκοπό την απρόσκοπτη οπτική επαφή του νέου Μουσείου της Ακρόπολης με τον Παρθενώνα), έργο του βορειοηπειρώτη αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου (1875 - 1957), διαθέτει μια μνημειακή Αρ Ντεκό είσοδο, από τα ελάχιστα δείγματα αρ ντεκό αισθητικής. Η πολυκατοικία αυτή, η οποία κτίστηκε το 1930, "είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πιο αξιόλογα δείγματα art deco στην ελληνική πρωτεύουσα, που έτσι κι αλλιώς δεν διαθέτει πλούσιο αρχιτεκτονικό υλικό του ρυθμού αυτού", σημειώνει η Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, καθηγήτρια της αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ.

Το επιβλητικό κτήριο της οδού Βασιλίσσης Σοφίας 55, απέναντι από το Χίλτον, έργο του αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη (1892 - 1969), αποτελεί δείγμα αστικής κατοικίας του Μεσοπολέμου (περ. 1928), με έντονα εκλεκτικιστικά στοιχεία, που δεν μπορούν να το κατατάξουν μορφολογικά στις αμιγείς αρ ντεκό δημιουργίες. Εντούτοις, οι ραβδοφόροι Ηρακλείδες της επιβλητικής πύλης της πολυκατοικίας είναι, όπως αναφέρει ο Νίκος Βατόπουλος, "από τα ελάχιστα σωζόμενα δείγματα της κεντροευρωπα'ι'κής αισθητικής στο κέντρο της Αθήνας, με αναφορές στη στυλιζαρισμένη αρ-ντεκό".

Υπάρχει πλήθος κτηρίων αστικής αρχιτεκτονικής στην Αθήνα, με επιρροές - λίγο-πολύ -Αρ Ντεκό αισθητικής. Για παράδειγμα, η πολυκατοικία στη γωνία των οδών Σπευσίππου 1 και Γλύκωνος στην πλατεία Δεξαμενής του Κολωνακίου, έργο του αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη (1932), η οποία εμφανίζει πολλά στοιχεία αρ ντεκό έκφρασης, ιδίως οι σιδεριές στα μπαλκόνια της.

Μία άλλη πολυκατοικία με την ονομασία "Μέγαρον Σεϊλόν" της οδού Λευκωσίας 9 στην πλατεία Αμερικής, που σχεδίασε ο αρχιτέκτων Αχιλ. Σιμόπουλος το 1935, διαθέτει μιαν είσοδο που αποτελεί, κατά τον Νίκο Βατόπουλο, μία από τις πλέον εμβληματικές εξώθυρες της αθηναϊκής αρ ντεκό αισθητικής του Μεσοπολέμου.250px-Art_Deco_house_in_Athens.jpg250px-Seilon_Mansion,_Art_Deco_entrance_in_Athens.JPG

Πηγές/Βιβλιογραφία:

1. B. C. Brolin, Η Αποτυχία Της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, Μετάφραση Δ. Καλογρίδης, Εκδόσεις Κατσούλης, Αθήνα 1979

2. K. Frampton, Μοντέρνα Αρχιτεκτονική – Ιστορία Και Κριτική, Μετάφραση, Θ. Ανδρουλάκης, Μ. Παγκάλου, Θεμέλιο, Αθήνα 1987

3. E. H. Gombrich, Το Χρονικό Της Τέχνης, Μετάφραση Λ. Κάσδαγλη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2003

4. F. Jordan, Ιστορία Της Αρχιτεκτονικής, Μετάφραση Δ. Ηλίας, Υποδομή, Αθήνα 1981

5. Δ. Η. Κωνσταντινίδης, Τρεις Πρωτοπόροι Της Συγχρόνου Αρχιτεκτονικής: F. L. Wright, M. Van Der Rohe, Le Corbusier, Ίδρυμα Ευγενίδου, Αθήνα 1968

6. Γ. Π. Λάββας, 19ος – 20ος Αιώνας: Σύντομη Ιστορία Της Αρχιτεκτονικής, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1986

7. Τ. Παπαδοπούλου, Ο Λόγος Των Αρχιτεκτόνων Του Μοντέρνου Κινήματος Και Η Ιδέα Της Παράδοσης, Ατλαντίδα 1982

8. Π. Τζώνος, Τέσσερα Συστήματα Αξιών Στη Θεωρία Της Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής, Ζήτη, Θεσσαλονίκη 1985
Χ. Χρήστου, Η Ευρωπαϊκή Ζωγραφική Του 19ου Αιώνα, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1990

9.ain Zaczek : “Essential Art Deco”, Parragon, London, 2000.

10.Camilla de la Bedoyere: “Art Deco”, Flame Tree Publishing, London, 2005.

11.Mark Irving (edit.): “1001 Buildings You Must See Before You Die”, Cassell Illustrated, London, 2008.

12.Νίκος Α. Δοντάς: «Αρ Ντεκό: μία τέχνη για όλους», Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29 Ιουνίου 2003.

13.Αθηναϊκό Αρ Ντεκό

14.Νίκος Βατόπουλος: "Το πρόσωπο της Αθήνας", Εκδόσεις "Ποταμός", Αθήνα, 2002.

15.Εφημ. Ελευθεροτυπία: "Δ. Αρεοπαγίτου 17, Μπουλντόζα στην Τέχνη" (κείμενο Ντίνα Καράτζιου), 25 Νοεμβρίου 2007.